l'animation
animation
animasjɔ̃
animasyaw

Ορισμός και σημασία του "animation"στα γαλλικά

01

κινουμένων σχεδίων, κινουμένων σχεδίων

technique qui consiste à créer des images en mouvement 
l'animation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle étudie l'animation à l'école d'art. 

Σπουδάζει κινουμένων σχεδίων στη σχολή καλών τεχνών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store