Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
analyser
01
αναλύω, εξετάζω
examiner quelque chose en détail pour en comprendre la nature ou les éléments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
analyse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
analysons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
analyserai
ενεστώτα μετοχή
analysant
παθητική μετοχή
analysé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
analysions
Παραδείγματα
Le scientifique analyse les résultats de l'expérience.
Ο επιστήμονας αναλύει τα αποτελέσματα του πειράματος.
02
αναλύω, δοκιμάζω
tester ou examiner un échantillon pour obtenir des informations précises
Παραδείγματα
Le laboratoire analyse le sang du patient.
Το εργαστήριο αναλύει το αίμα του ασθενούς.



























