Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
analyser
01
αναλύω, εξετάζω
examiner quelque chose en détail pour en comprendre la nature ou les éléments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
analyse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
analysons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
analyserai
ενεστώτα μετοχή
analysant
παθητική μετοχή
analysé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
analysions
Παραδείγματα
Le professeur nous a demandé d' analyser ce texte.
Ο δάσκαλος μας ζήτησε να αναλύσουμε αυτό το κείμενο.
02
αναλύω, δοκιμάζω
tester ou examiner un échantillon pour obtenir des informations précises
Παραδείγματα
Ils ont analysé l' air pour mesurer la pollution.
Αυτοί ανέλυσαν τον αέρα για να μετρήσουν τη ρύπανση.



























