américain
Pronunciation
/ameʀikɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "américain"στα γαλλικά

américain
01

αμερικανικός, σχετικός με τις Ηνωμένες Πολιτείες

qui concerne les États-Unis, ses habitants, sa culture ou tout ce qui en provient
américain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
américain
αρσενικό πληθυντικό
américains
θηλυκό ενικό
américaine
θηλυκό πληθυντικό
américaines
Παραδείγματα
Les voitures américaines sont grandes.
Τα αμερικανικά αυτοκίνητα είναι μεγάλα.
01

Αμερικανός, πολίτης των ΗΠΑ

personne qui vient des États-Unis ou qui a la nationalité américaine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Américains
κύριο
Παραδείγματα
Un Américain célèbre m' a visité dans notre ville.
Ένας Αμερικανός διάσημος με επισκέφτηκε στην πόλη μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store