Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
américain
01
αμερικανικός, σχετικός με τις Ηνωμένες Πολιτείες
qui concerne les États-Unis, ses habitants, sa culture ou tout ce qui en provient
Παραδείγματα
Les voitures américaines sont grandes.
Τα αμερικανικά αυτοκίνητα είναι μεγάλα.
L'Américain
[gender: masculine]
01
Αμερικανός, πολίτης των ΗΠΑ
personne qui vient des États-Unis ou qui a la nationalité américaine
Παραδείγματα
Un Américain célèbre m' a visité dans notre ville.
Ένας Αμερικανός διάσημος με επισκέφτηκε στην πόλη μας.



























