aménager
amé
ame
ame
na
na
na
ger
ʒe
zhe

Ορισμός και σημασία του "aménager"στα γαλλικά

aménager
01

οργανώνω, προσαρμόζω

organiser ou adapter un espace pour le rendre plus pratique ou agréable 
aménager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aménage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aménageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aménagerai
ενεστώτα μετοχή
aménageant
παθητική μετοχή
aménagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aménagions
Παραδείγματα
Elle a aménagé sa chambre avec soin. 

Εκείνη διακόσμησε προσεκτικά το δωμάτιό της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store