Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aménager
01
οργανώνω, προσαρμόζω
organiser ou adapter un espace pour le rendre plus pratique ou agréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aménage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aménageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aménagerai
ενεστώτα μετοχή
aménageant
παθητική μετοχή
aménagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aménagions
Παραδείγματα
Elle aménage l' espace pour mieux circuler.
Οργανώνει τον χώρο για καλύτερη κυκλοφορία.



























