aménager
Pronunciation
/amenaʒe/

Ορισμός και σημασία του "aménager"στα γαλλικά

aménager
01

οργανώνω, προσαρμόζω

organiser ou adapter un espace pour le rendre plus pratique ou agréable
aménager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aménage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
aménageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aménagerai
ενεστώτα μετοχή
aménageant
παθητική μετοχή
aménagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
aménagions
Παραδείγματα
Elle aménage l' espace pour mieux circuler.
Οργανώνει τον χώρο για καλύτερη κυκλοφορία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store