Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aménager
01
οργανώνω, προσαρμόζω
organiser ou adapter un espace pour le rendre plus pratique ou agréable
Παραδείγματα
Elle aménage l' espace pour mieux circuler.
Οργανώνει τον χώρο για καλύτερη κυκλοφορία.



























