amusant
a
a
α
mu
my
μυ
sant
zɑ̃
ζα

Ορισμός και σημασία του "amusant"στα γαλλικά

01

διασκεδαστικός, αστείος

qui fait rire ou procure du plaisir et de l'intérêt 
amusant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus amusant
συγκριτικός βαθμός
plus amusant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amusant
αρσενικό πληθυντικό
amusants
θηλυκό ενικό
amusante
θηλυκό πληθυντικό
amusantes
θεματικό πεδίο
divertissement, émotion, réaction
Παραδείγματα
Ce film est très amusant. 

Αυτή η ταινία είναι πολύ διασκεδαστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store