Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allemand
01
γερμανικός, γερμανικός
relatif à l'Allemagne, ses habitants, sa langue ou ses traditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
allemand
αρσενικό πληθυντικό
allemands
θηλυκό ενικό
allemande
θηλυκό πληθυντικό
allemandes
Παραδείγματα
Ce film est allemand.
L'allemand
[gender: masculine]
01
langue germanique parlée par les habitants de l'Allemagne et d'autres pays germanophones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' allemand est parlé par des millions de personnes dans le monde.
02
Γερμανός, Γερμανικής καταγωγής
personne originaire d'Allemagne
Παραδείγματα
J' ai parlé avec un Allemand très sympathique.



























