l'ail
ail
aj
ay
aïecailleabbayemaille

Ορισμός και σημασία του "ail"στα γαλλικά

01

σκόρδο, κοινό σκόρδο

plante dont on utilise les gousses pour cuisiner 
l'ail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ails
Παραδείγματα
Je coupe de l'ail pour la sauce. 

Κόβω σκόρδο για τη σάλτσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store