l'aigle
aigle
ɛgl
egl
angleagileaigre

Ορισμός και σημασία του "aigle"στα γαλλικά

01

αετός, χρυσαετός

grand rapace diurne avec de puissantes serres et un bec crochu 
l'aigle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aigles
Παραδείγματα
L'aigle vole très haut dans le ciel. 

Ο αετός πετάει πολύ ψηλά στον ουρανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store