l'agacement
Pronunciation
/agasmɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "agacement"στα γαλλικά

L'agacement
[gender: masculine]
01

ενόχληση, εκνευρισμός

sentiment de gêne ou de mécontentement causé par quelque chose qui dérange
l'agacement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' agacement peut causer des conflits entre amis.
Η ενόχληση μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις μεταξύ φίλων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store