l'agacement
agacement
agasmɑ̃
agasmaa
agilementagencement

Ορισμός και σημασία του "agacement"στα γαλλικά

01

ενόχληση, εκνευρισμός

sentiment de gêne ou de mécontentement causé par quelque chose qui dérange 
l'agacement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Son agacement était visible pendant la réunion. 

Το agacement του ήταν ορατό κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store