Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
admettre
01
παραδέχομαι, αναγνωρίζω
accepter quelque chose comme vrai ou comme légitime
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
admets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
admettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
admettrai
ενεστώτα μετοχή
admettant
παθητική μετοχή
admis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
admettions
Παραδείγματα
Il a admis son erreur.
Είχε παραδεχτεί το λάθος του.
02
αποδέχομαι, δίνω τη συγκατάθεσή μου
accepter ou donner son accord pour quelque chose
Παραδείγματα
Elle a admis à participer au projet.
Παραδέχτηκε να συμμετάσχει στο έργο.
03
δέχομαι, επιτρέπω
accepter une personne dans un système de soins, un service médical, un programme thérapeutique ou une consultation spécialisée
Παραδείγματα
Le centre a admis le patient dans son programme de rééducation.
Το κέντρο δέχτηκε τον ασθενή στο πρόγραμμα αποκατάστασής του.



























