Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
achever
01
porter une activité ou une réalisation jusqu'à son accomplissement complet , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Elle a achevé son mémoire avant la date limite.



























