l'abdomen
ab
ab
ab
do
daw
men
mɛn
men

Ορισμός και σημασία του "abdomen"στα γαλλικά

01

κοιλιά, κοιλιακή χώρα

partie du corps située entre la poitrine et le bassin, contenant les organes digestifs 
l'abdomen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abdomens
Παραδείγματα
Le médecin a palpé l'abdomen pour détecter une douleur. 

Ο γιατρός ψηλάφισε την κοιλιά για να ανιχνεύσει πόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store