Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'abat-jour
[gender: masculine]
01
αμπαζούρ, σκιάστρα
couvercle ou enveloppe d'une lampe servant également à la décoration et à harmoniser l'éclairage avec le style de la pièce
Παραδείγματα
L' abat-jour diffuse une lumière douce et agréable.
Το αμπαζούρ διαχέει ένα απαλό και ευχάριστο φως.
02
αμπαζούρ, σκιάστρα
pièce entourant une ampoule ou une lampe, destinée à diffuser, atténuer ou diriger la lumière
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abat-jours
Παραδείγματα
Il a posé un abat-jour coloré sur la lampe du salon.
Έβαλε ένα χρωματιστό abat-jour στη λάμπα του καθιστικού.



























