Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
triplicar
01
hacer que algo alcance tres veces su cantidad o valor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
La empresa logró triplicar sus ventas.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer que algo alcance tres veces su cantidad o valor