Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rivalizar
01
ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
competir con alguien en igualdad o tratar de superarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rivalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rivaliza
ενεστώτα μετοχή
rivalizando
απλός αόριστος
rivalizó
παθητική μετοχή
rivalizado
Παραδείγματα
Ambos países rivalizan en tecnología.
Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται στην τεχνολογία.



























