rivalizar
Pronunciation
/rˌiβaliθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "rivalizar"στα ισπανικά

rivalizar
01

ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι

competir con alguien en igualdad o tratar de superarlo
rivalizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rivalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rivaliza
ενεστώτα μετοχή
rivalizando
απλός αόριστος
rivalizó
παθητική μετοχή
rivalizado
Παραδείγματα
Ambos países rivalizan en tecnología.
Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται στην τεχνολογία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store