Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sugerente
01
υποβλητικός, παραστατικός
que sugiere o evoca ideas, sensaciones o imágenes de forma indirecta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sugerente
συγκριτικός βαθμός
más sugerente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sugerente
αρσενικό πληθυντικό
sugerentes
θηλυκό ενικό
sugerente
θηλυκό πληθυντικό
sugerentes
Παραδείγματα
La imagen es muy sugerente.
Η εικόνα είναι πολύ υποβλητική.



























