Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sugerente
01
υποβλητικός, παραστατικός
que sugiere o evoca ideas, sensaciones o imágenes de forma indirecta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sugerente
συγκριτικός βαθμός
más sugerente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sugerente
αρσενικό πληθυντικό
sugerentes
θηλυκό ενικό
sugerente
θηλυκό πληθυντικό
sugerentes
Παραδείγματα
El diseño del edificio es sugerente y moderno.
Ο σχεδιασμός του κτιρίου είναι υποβλητικός και μοντέρνος.



























