el islote
Pronunciation
/islˈote/

Ορισμός και σημασία του "islote"στα ισπανικά

01

νησίδα

pequeña porción de tierra rodeada de agua 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
islotes
Παραδείγματα
El islote está deshabitado. 

Η νησίδα είναι ακατοίκητη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store