Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vedado
01
καταφύγιο
terreno cerrado o protegido donde se restringe el acceso o la caza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vedados
Παραδείγματα
El vedado está protegido por ley.
Η περιοχή προστασίας προστατεύεται από το νόμο.



























