anegar
Pronunciation
/ˌaneɣˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "anegar"στα ισπανικά

anegar
01

πλημμυρίζω, κατακλύζω

cubrir de agua un terreno o lugar
anegar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
anego
γ΄ ενικό πρόσωπο
anega
ενεστώτα μετοχή
anegando
απλός αόριστος
anegó
παθητική μετοχή
anegado
Παραδείγματα
Las inundaciones anegaron la ciudad.
Οι πλημμύρες κατέκλυσαν την πόλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store