Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anegar
01
πλημμυρίζω, κατακλύζω
cubrir de agua un terreno o lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
anego
γ΄ ενικό πρόσωπο
anega
ενεστώτα μετοχή
anegando
απλός αόριστος
anegó
παθητική μετοχή
anegado
Παραδείγματα
Las inundaciones anegaron la ciudad.



























