Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El riachuelo
01
ρεματιά, ποταμάκι
corriente pequeña de agua, más pequeña que un río
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
riachuelos
Παραδείγματα
Siguieron el curso del riachuelo.
Ακολούθησαν την πορεία του ρυακιού.



























