el riachuelo
Pronunciation
/riatʃwˈelo/

Ορισμός και σημασία του "riachuelo"στα ισπανικά

01

ρεματιά, ποταμάκι

corriente pequeña de agua, más pequeña que un río 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
riachuelos
Παραδείγματα
El riachuelo atraviesa el bosque. 

Το ρυάκι διασχίζει το δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store