la planicie
Pronunciation
/planˈiθje/

Ορισμός και σημασία του "planicie"στα ισπανικά

01

πεδιάδα

extensión de terreno llano y sin elevaciones 
la planicie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
planicies
Παραδείγματα
La planicie se extiende por kilómetros. 

Η πεδιάδα εκτείνεται για χιλιόμετρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store