el pienso
Pronunciation
/pjˈɛnso/

Ορισμός και σημασία του "pienso"στα ισπανικά

01

ζωοτροφή, χορτονομή

alimento preparado para animales , especialmente ganado 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
piensos
Παραδείγματα
El ganado come pienso todos los días. 

Τα βοοειδή τρώνε ζωοτροφή κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store