Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la Agencia Tributaria
/axˈɛnθja tɾˌiβutˈaɾja/
La Agencia Tributaria
01
φορολογική υπηρεσία, εφορία
organismo público encargado de la gestión y recaudación de impuestos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
γραμματικό γένος
θηλυκό
κύριο
Παραδείγματα
La Agencia Tributaria ha aumentado el control fiscal.
Η Φορολογική Υπηρεσία αύξησε τον φορολογικό έλεγχο.



























