saldar
Pronunciation
/salðˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "saldar"στα ισπανικά

saldar
01

εξοφλώ

pagar o resolver completamente una deuda, cuenta u obligación 
saldar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
saldo
γ΄ ενικό πρόσωπο
saldan
ενεστώτα μετοχή
saldando
απλός αόριστος
saldó
παθητική μετοχή
saldado
Παραδείγματα
Logró saldar todas sus deudas. 

Κατάφερε να εξοφλήσει όλα τα χρέη του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store