el trapicheo
Pronunciation
/tɾˌapitʃˈeo/

Ορισμός και σημασία του "trapicheo"στα ισπανικά

01

τεχνάσματα, μαγειρέματα

negocio o actividad poco clara y generalmente ilegal para obtener beneficio 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trapicheos
Παραδείγματα
Lo despidieron por un trapicheo con facturas. 

Απολύθηκε λόγω απάτης με τιμολόγια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store