Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el Instituto Nacional de Empleo
/ˌinstitˈuto nˌaθjonˈal ðe emplˈeo/
INEM
El Instituto Nacional de Empleo
01
Εθνικό Ινστιτούτο Απασχόλησης
organismo público encargado de gestionar políticas y servicios relacionados con el empleo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
Παραδείγματα
Acudió al Instituto Nacional de Empleo para buscar trabajo.
Πήγε στο Εθνικό Ινστιτούτο Απασχόλησης για να αναζητήσει εργασία.



























