el confundador
Pronunciation
/kˌɔmfundaðˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "confundador"στα ισπανικά

El confundador
01

συνιδρυτής

persona que funda una empresa u organización junto con otra u  otras personas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
confundadores
Παραδείγματα
Es confundador de una empresa tecnológica. 

Είναι συνιδρυτής μιας εταιρείας τεχνολογίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store