Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bacteriano
01
βακτηριακός
relativo a las bacterias o causado por ellas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bacteriano
αρσενικό πληθυντικό
bacterianos
θηλυκό ενικό
bacteriana
θηλυκό πληθυντικό
bacterianas
Παραδείγματα
La contaminación bacteriana fue detectada en el agua.
Η βακτηριακή μόλυνση ανιχνεύθηκε στο νερό.



























