Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patentar
01
κατοχυρώνω με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
registrar oficialmente una invención o idea para obtener derechos exclusivos sobre ella
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
patento
γ΄ ενικό πρόσωπο
patenta
ενεστώτα μετοχή
patentando
απλός αόριστος
patentó
παθητική μετοχή
patentado
Παραδείγματα
El inventor quiere patentar su diseño.
Ο εφευρέτης θέλει να κατοχυρώσει το σχέδιό του με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.



























