patentar
Pronunciation
/pˌatɛntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "patentar"στα ισπανικά

patentar
01

κατοχυρώνω με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

registrar oficialmente una invención o idea para obtener derechos exclusivos sobre ella
patentar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
patento
γ΄ ενικό πρόσωπο
patenta
ενεστώτα μετοχή
patentando
απλός αόριστος
patentó
παθητική μετοχή
patentado
Παραδείγματα
El proceso para patentar una invención es largo.
Η διαδικασία κατοχύρωσης μιας εφεύρεσης είναι μακρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store