Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cronicidad
01
χρονιότητα
característica de una enfermedad o condición que persiste en el tiempo y evoluciona lentamente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El estudio analizó la cronicidad de la enfermedad.
Η μελέτη ανέλυσε τη χρονιότητα της νόσου.



























