Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el aparato circulatorio
/ˌapaɾˈato θˌiɾkulatˈɔɾjo/
El aparato circulatorio
01
κυκλοφορικό σύστημα
conjunto de órganos que transportan la sangre por el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aparatos circulatorios
Παραδείγματα
El ejercicio mejora el aparato circulatorio.
Η άσκηση βελτιώνει το κυκλοφορικό σύστημα.



























