Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pediátrico
01
παιδιατρικός, παιδικός
relativo a la medicina o atención de los niños
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pediátrico
αρσενικό πληθυντικό
pediátricos
θηλυκό ενικό
pediátrica
θηλυκό πληθυντικό
pediátricas
Παραδείγματα
El servicio pediátrico está completo.
Η παιδιατρική υπηρεσία είναι πλήρως εξοπλισμένη.



























