pediátrico
Pronunciation
/peðjˈatɾiko/

Ορισμός και σημασία του "pediátrico"στα ισπανικά

pediátrico
01

παιδιατρικός, παιδικός

relativo a la medicina o atención de los niños 
pediátrico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pediátrico
αρσενικό πληθυντικό
pediátricos
θηλυκό ενικό
pediátrica
θηλυκό πληθυντικό
pediátricas
Παραδείγματα
El hospital tiene una unidad pediátrica. 

Το νοσοκομείο έχει παιδιατρική μονάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store