Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antirretroviral
01
αντιρετροϊικό, αντιρετροϊκό
que actúa contra los retrovirus, especialmente el VIH
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antirretroviral
αρσενικό πληθυντικό
antirretrovirales
θηλυκό ενικό
antirretroviral
θηλυκό πληθυντικό
antirretrovirales



























