prescribir
Pronunciation
/pɾˌeskɾiβˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "prescribir"στα ισπανικά

prescribir
01

συνταγογραφώ

indicar o recetar un tratamiento o medicamento
prescribir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
prescribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prescribe
ενεστώτα μετοχή
prescribiendo
απλός αόριστος
prescribió
παθητική μετοχή
prescrito
Παραδείγματα
La doctora prescribió reposo absoluto.
Η γιατρός συνέταξε απόλυτη ανάπαυση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store