Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prescribir
01
συνταγογραφώ
indicar o recetar un tratamiento o medicamento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
prescribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prescribe
ενεστώτα μετοχή
prescribiendo
απλός αόριστος
prescribió
παθητική μετοχή
prescrito
Παραδείγματα
La doctora prescribió reposo absoluto.
Η γιατρός συνέταξε απόλυτη ανάπαυση.



























