Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El antipirético
01
αντιπυρετικό
sustancia o medicamento que reduce la fiebre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
antipiréticos
Παραδείγματα
El niño respondió bien al antipirético.
Το παιδί ανταποκρίθηκε καλά στο αντιπυρετικό.



























