Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atolondrado
01
αφηρημένος
que actúa o piensa de manera desordenada o distraída
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atolondrado
συγκριτικός βαθμός
más atolondrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atolondrado
αρσενικό πληθυντικό
atolondrados
θηλυκό ενικό
atolondrada
θηλυκό πληθυντικό
atolondradas
Παραδείγματα
Es muy atolondrado y siempre olvida las cosas.
Είναι πολύ αφηρημένος και πάντα ξεχνάει πράγματα.



























