Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
psiquiátrico
01
ψυχιατρικός
relativo a la psiquiatría o al tratamiento de trastornos mentales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
psiquiátrico
αρσενικό πληθυντικό
psiquiátricos
θηλυκό ενικό
psiquiátrica
θηλυκό πληθυντικό
psiquiátricas
Παραδείγματα
Fue ingresado en un hospital psiquiátrico.
Εισήχθη σε ψυχιατρικό νοσοκομείο.



























