la psicosis
Pronunciation
/sikˈosis/

Ορισμός και σημασία του "psicosis"στα ισπανικά

01

ψύχωση

trastorno mental grave caracterizado por una pérdida de contacto con la realidad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
psicosis
Παραδείγματα
Fue diagnosticado con psicosis. 

Διαγνώστηκε με ψύχωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store