Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renegar
01
απαρνιέμαι, αποκηρύσσω
rechazar o abandonar una creencia, idea o compromiso anterior
Παραδείγματα
Se negó a renegar de lo que había dicho.
Αρνήθηκε να απαρνηθεί αυτά που είχε πει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απαρνιέμαι, αποκηρύσσω