Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caradura
01
ξεδιάντροπος
persona que actúa sin vergüenza o con descaro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más caradura
συγκριτικός βαθμός
más caradura
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caradura
αρσενικό πληθυντικό
caraduras
θηλυκό ενικό
caradura
θηλυκό πληθυντικό
caraduras
Παραδείγματα
Su actitud caradura sorprendió a todos.
Η αδιάντροπη στάση του εξέπληξε όλους.



























