Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El escrúpulos
01
δισταγμοί, ενδοιασμοί
dudas o reparos morales que impiden actuar de cierta manera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escrúpulos
Παραδείγματα
Actuó sin escrúpulos para conseguir lo que quería.
Ενέργησε χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς για να πάρει αυτό που ήθελε.



























