vaticinar
Pronunciation
/bˌatiθinˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "vaticinar"στα ισπανικά

vaticinar
01

προφητεύω, προλέγω

predecir acontecimientos futuros, especialmente de forma solemne o profética 
vaticinar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vaticino
γ΄ ενικό πρόσωπο
vaticina
ενεστώτα μετοχή
vaticinando
απλός αόριστος
vaticinó
παθητική μετοχή
vaticinado
Παραδείγματα
El profeta vaticinó un gran cambio. 

Ο προφήτης προφήτευσε μια μεγάλη αλλαγή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store