Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El maleficio
01
κατάρα, μάγια
hechizo o acción mágica destinada a causar daño o desgracia a alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maleficios
Παραδείγματα
Buscan una forma de romper el maleficio.
Ψάχνουν έναν τρόπο να σπάσουν την κατάρα.



























