Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La máxima
01
απόφθεγμα, γνώμη
regla o principio breve que expresa una verdad o norma de conducta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
máximas
Παραδείγματα
Siguió la máxima de vivir con honestidad.
Ακολούθησε τη μέγιστη αρχή του να ζει κανείς τίμια.



























