la máxima
Pronunciation
/mˈaksima/

Ορισμός και σημασία του "máxima"στα ισπανικά

01

απόφθεγμα, γνώμη

regla o principio breve que expresa una verdad o norma de conducta 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
máximas
Παραδείγματα
Siguió la máxima de vivir con honestidad. 

Ακολούθησε τη μέγιστη αρχή του να ζει κανείς τίμια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store