Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la antropología social
/ˌantɾopˌoloxˈia soθjˈal/
La antropología social
01
κοινωνική ανθρωπολογία
rama de la antropología que estudia las estructuras sociales, culturas y comportamientos humanos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Se especializó en antropología social africana.
Ειδικεύτηκε στην αφρικανική κοινωνική ανθρωπολογία.



























