Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El viandante
01
persona que camina por la calle o viaja a pie
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Un viandante fue ayudado por el policía.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persona que camina por la calle o viaja a pie