el viandante
Pronunciation
/bjandˈante/

Ορισμός και σημασία του "viandante"στα ισπανικά

01

πεζός, ταξιδιώτης

persona que camina por la calle o viaja a pie 
el viandante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
viandantes
Παραδείγματα
El viandante cruzó la calle con cuidado. 

Ο πεζός διέσχισε τον δρόμο με προσοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store