recurrir
Pronunciation
/rˌekurˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "recurrir"στα ισπανικά

recurrir
01

εφεσιβάλλω, προσφεύγω

presentar un recurso contra una decisión ante una autoridad superior 
recurrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recurro
γ΄ ενικό πρόσωπο
recurre
ενεστώτα μετοχή
recurriendo
απλός αόριστος
recurrió
παθητική μετοχή
recurrido
Παραδείγματα
Decidió recurrir la sentencia ante el tribunal superior. 

Αποφάσισε να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης στο ανώτερο δικαστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store