Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recurrir
01
εφεσιβάλλω, προσφεύγω
presentar un recurso contra una decisión ante una autoridad superior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recurro
γ΄ ενικό πρόσωπο
recurre
ενεστώτα μετοχή
recurriendo
απλός αόριστος
recurrió
παθητική μετοχή
recurrido
Παραδείγματα
Decidió recurrir la sentencia ante el tribunal superior.
Αποφάσισε να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης στο ανώτερο δικαστήριο.



























