iconográfico
Pronunciation
/ˌikonɔɣɾˈafiko/

Ορισμός και σημασία του "iconográfico"στα ισπανικά

iconográfico
01

εικονογραφικός

relativo a la representación o estudio de imágenes, símbolos o iconos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
iconográfico
αρσενικό πληθυντικό
iconográficos
θηλυκό ενικό
iconográfica
θηλυκό πληθυντικό
iconográficas
Παραδείγματα
El libro incluye un catálogo iconográfico detallado.
Το βιβλίο περιλαμβάνει έναν λεπτομερή εικονογραφικό κατάλογο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store