Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
iconográfico
01
εικονογραφικός
relativo a la representación o estudio de imágenes, símbolos o iconos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
iconográfico
αρσενικό πληθυντικό
iconográficos
θηλυκό ενικό
iconográfica
θηλυκό πληθυντικό
iconográficas
Παραδείγματα
El libro incluye un catálogo iconográfico detallado.
Το βιβλίο περιλαμβάνει έναν λεπτομερή εικονογραφικό κατάλογο.



























