Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prehistórico
01
προϊστορικός
relativo al período anterior a la historia escrita
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prehistórico
αρσενικό πληθυντικό
prehistóricos
θηλυκό ενικό
prehistórica
θηλυκό πληθυντικό
prehistóricas
Παραδείγματα
Descubrieron restos prehistóricos en la cueva.
Ανακάλυψαν προϊστορικά ερείπια στη σπηλιά.



























