el ceramista
Pronunciation
/θˌɛɾamˈista/

Ορισμός και σημασία του "ceramista"στα ισπανικά

01

κεραμίστας, αγγειοπλάστης

persona que se dedica a la creación de piezas de cerámica 
el ceramista definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ceramistas
Παραδείγματα
El ceramista trabaja con arcilla en su taller. 

Ο αγγειοπλάστης δουλεύει με πηλό στο εργαστήριό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store